
Γράφει ο Βαγγέλης Τσιότρας
Ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Διψούσε. Πρέπει να είχε βαδίσει πάρα πολύ δρόμο. Καιρό τώρα το ήθελε, όμως κάπου το είχε αφήσει. Έπρεπε να το κάνει, να πάει να δει την γιαγιά του.
Την αγαπούσε την γιαγιά του πολύ και αυτή άλλο τόσο. Από μικρούλη του είχε αδυναμία, και όταν πέθανε ο παππούς ακόμα πιο πολύ, είχε το όνομα του. Πήρε λοιπόν την απόφαση και τράβηξε κατά κει. Και έκανε μια ζέστη. Κουράστηκε πολύ στον δρόμο, μα έφτασε. Τον περίμενε εκεί μπροστά στην είσοδο, όπως πάντα, χρόνια τώρα. Έσκυψε την φίλησε και προχώρησε μέσα. Κοίταξε γύρω του στο σπίτι, τα πάντα στην θέση τους, όπως τα είχε αφήσει.
Οι φωτογραφίες, τα πράγματα, όλα εκεί να περιμένουν. Προχώρησε, άφησε τον σάκο κάτω, έβγαλε το πουκάμισο και κάθισε στην καρέκλα. Κοίταξε το τραπέζι. Στρωμένο να περιμένει τον άνθρωπό του. Πάντα έτσι. Κίνησε προς τα κει. Αυτή από πίσω, λες και είχε τον προορισμό της.
Κοίταξα τα μάτια της. Λάμπανε από την χαρά και την ικανοποίηση. Κάθε μου μπουκιά ήτανε για αυτή ένα λίτρο από την βενζίνη της ζωής. Ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Μου έπιασε τον λαιμό σαν κάτι να ήθελε να μου πει. Ξέρω τι. Για το φαΐ. Αν μου άρεσε, αν έφαγα κλπ. Έπιασα το στομάχι μου, το χτύπησα ρυθμικά δύο φορές, μια δυνατή εκπνοή, εντάξει της είπα.
Καθόμουν και κοίταγα την ζαρωμένη γυναίκα να μαζεύει το τραπέζι και την σκέφτηκα χρόνια πριν, χρόνια πολλά μικρός τότε που μαζεύοντας το τραπέζι, με ορμήνευε, πρόσεχε το ένα, πρόσεχε το άλλο. Τώρα που το σκέφτομαι, πόσο δίκιο είχε. Μπράβο γιαγιά.
Πως περνάει έτσι ο χρόνος, να μας σημαδεύει. Πως αλλάζουν οι καιροί. Τόσα χρόνια σήκωνα το κεφάλι ψηλά να την δω, να της μιλήσω, και τώρα πόσο κουράζεται για να με δει εκεί ψηλά που έχω φτάσει. Αχ αυτή η ζωή. Έρχεται μια φορά, λίγη και λήγει. Μοιάζει με ένα όνειρο, είναι ένα όνειρο που κρατά μια νύκτα. Έστω μεγάλη νύκτα. Όμως είναι όνειρο. Αν σε ξυπνήσουν πάει το όνειρο. Ποτέ δεν βλέπεις το ίδιο όνειρο δυό νύκτες, ποτέ δυό φορές. Και έρχεται η ημέρα, η επόμενη μέρα και το μόνο που σου μένει είναι το χθες και τα όνειρα. Το όνειρο του χθες και το αύριο.
Και σκέπτομαι:
Τι θα ήμουν χωρίς λεφτά, το πολύ φτωχός. Τι θα ήμουν χωρίς ρούχα, το πολύ γυμνός. Τι θα ήμουν χωρίς αυτοκίνητο, το πολύ πεζός. Τι θα ήμουν χωρίς όνειρα, τίποτα.


