
Γράφει ο Βαγγέλης Τσιότρας
Ήταν σίγουρα παράξενο για μένα να μπορέσω να κάτσω δίπλα, ήσυχος με κάτι που κινείται με τα τέσσερα. Ήταν σίγουρα παράξενο και για το συμπαθητικό τετράποδο, να μπορέσει να μου προσφέρει παρέα. Νύκτα Αυγουστιάτικη με ολόγιομο φεγγάρι.
Ξεκίνησε κάπως δύσκολα η νυκτερινή μας συνεύρεση. Πρώτον γιατί τα τσιγάρα μου δεν ήταν η μάρκα της και δεύτερον γιατί τα φιστίκια τα βρήκε μπαγιάτικα. Δεν την εμπόδισε όμως να καθίσει δίπλα μου, στωικά με το ένα πόδι πάνω στο άλλο και με μια ξάπλα που μου θύμισε μεξικάνικη σιέστα. Αφού ξεπέρασε τα αρχικά κόμπλεξ και κάναμε τις συστάσεις, την άφησα να μου διηγηθεί την ζωή της.
Φαινόταν νεαρή, αλλά αρκετά ώριμη για να μπορέσει να συζητήσει μαζί μου. Ήταν και αυτή μια δυστυχισμένη ψυχή. Ξεκίνησε όπως μου είπε από την πόλη της κάποια μέρα, παρασυρόμενη από τον πρώτο της έρωτα, για την ευτυχία της, και κατέληξε να βρίσκεται σε αυτό το μικρό μέρος και τώρα να κάθεται να μιλεί μαζί μου, εδώ διπλά μου, τέσσερεις το πρωί. Πρέπει να είναι αυτό που λέμε «γάτα με πέταλα». Από τα πρώτα της λόγια κατάλαβα με τι έχω να κάνω.
Η κυρία φαινόταν αρκετά περπατημένη και το έδειχνε. Δουλεύει εδώ και πολύ καιρό στο σπίτι που μένω σαν νυκτοφύλακας. Δύσκολη βλέπεις η ζωή, υποχρεώσεις, λογαριασμοί, ε να μην πάρεις κάτι να φορέσεις; Κανένας δεν σου δίνει αν δεν δουλέψεις. Και καλά να μας έχει ο Θεός που δεν έχουμε αρρώστια. Και άρχισε λοιπόν να μου ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της.
Έφυγα λοιπόν από το σπίτι μου πολύ μικρή, σχολειό δεν το τέλειωσα, όλα εδώ πληρώνονται. Αν είχα πάρει το απολυτήριου, τώρα θα δούλευα στα καλύτερα σπίτια. Στα παιδιά μας τώρα να πάνε στο σχολειό. Ήταν ένας γάτος φανταστικός που λες, και με κάτι ματιά να… Το πρώτο όνομα στην γειτονιά. Από την αρχή που τον είδα τρελάθηκα. Ένοιωσα ο κόσμος μου γύρω να τράβα φωτογραφίες. Κι αυτός όμως κάπου κόμπλαρε, το είδα πάνω του. Πέρναγε που λες, σημασία δεν έδειχνα, μα η καρδούλα μου το ήξερε. Ούτε που τον κοίταξα. Φόραγα θυμάμαι τον κόκκινο φιόγκο, που μου είχε πάρει η μανά μου στην γιορτή μου, «φωτιά στα κόκκινα» είπε. Στρίβοντας στην γωνιά, κοντοστάθηκα, πήγα να τρελαθώ, μου είχε μιλήσει. Για να μην στα πολυλογώ λοιπόν μπλεχτήκαμε, έρωτας μεγάλος. Μια μέρα ήρθε και μου είπε «θα γίνεις η γάτα μου, θα έρθω στο σπίτι σου να σε ζητήσω». Και εκεί όμως άρχισαν τα δύσκολα.
Ήρθε στο σπίτι μου, στον πατέρα μου δεν άρεσε, όχι του είπε, είναι μικρή. Έφυγε και του το είπε «θα την κλέψω». Και έγινε και αυτό ένα επόμενο βραδύ, και φύγαμε μακριά από όλους και όλα. Πήγαμε θυμάμαι σε ένα γνωστό του «ξενοδοχείο», ένα λημέρι για να βγάλουμε την νύκτα. Τότε έμεινα έγκυος στα πρώτα μου γατάκια. Πέρασε κι ο πρώτος καιρός, όλα όμορφα και ωραία, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Και η «μπόμπα» δε άργησε να σκάσει. Μια μέρα έφυγε για λίγο και δεν ξαναγύρισε πίσω ποτέ, ακόμα περιμένω. Γάτοι σου λένε μετά.
Τίποτα μην πιστεύεις πια, όλα έχουν γίνει χώμα.
Κι έμεινα που λες μονή μου με τα γατιά στην «κούνια». Και έπεσα στα ξένα χεριά, στην κακιά του κόσμου. Ποιος προσέχει τώρα μια ζωντοχήρα, με ένα γατί στην αγκαλιά. Πάλεψα που λες, κουράστηκα, μάζεψα μερικά «λεφτά» και βρήκα ένα μέρος δικό μας να βάλουμε το κεφάλι μας από κάτω. Ήμουν γερό σκαρί και όμορφο. Ρώτα για μένα και θα μάθεις.
Θα είχαν περάσει περίπου τρία χρόνια, όταν γνώρισα τον τωρινό μου σύντροφο. Ήταν τόσο καλός, με βοήθησε πολύ, μονή μου ήμουν. Λέω μια ψύχη που θα βγει ας βγει, τι έχω να χάσω, και τώρα που είμαι μονή μου τι κερδίζω. Μείναμε μαζί που λες, κι άλλαξαν όλα. Έκανα μαζί του και την δεύτερη γέννα μου, δόξα ο Θεός είπα. Όμως τον γκαντέμη, τύχη δεν του διαβαίνει. Μια μέρα που γύριζε σπίτι, τον κτύπησε αυτοκίνητο. Τι να σου λέω, νοσοκομεία, γιατροί, έξοδα και χαρά να μην μας μένει. Είχαμε κάτι «φράγκα» στην άκρη, πάνε κι αυτά. Τα παιδιά θέλουν φαγητό, αυτός χρειάζεται τα πάντα για να δυναμώσει, και ευτυχώς που λες βρήκα αυτή την δουλίτσα εδώ και τα βολεύω. Από το τίποτα καλά είναι και εδώ. Αυτά που λες τα δικά μας φιλαράκο. Έριξε έναν αναστεναγμό.
Ένας θόρυβος από τον κήπο διακόπτει ξαφνικά το παρεάκι και την συζήτηση. Σηκώθηκε, με κοίταξε, «καληνύχτα» μου λέει και χάθηκε προς τα κει. Πέταξα κάτω την γόπα του τσιγάρου και την πάτησα στριφτά, μια τελευταία γούλια και σηκώθηκα. Βρε φουρτούνες που έχει ο «κόσμος» σκέφτηκα και εμείς δεν περνούμε χαμπάρι, σαν άνθρωπος. Εγώ όμως κάπου αιφνιδιάστηκα. Δεν περίμενα μια τέτοια απολογία. Ήταν κάτι πέρα από τον λογισμό μου, και θα το θυμάμαι για πολύ καιρό πιστεύω. Βρε τι γίνεται στον κόσμο ξανασκέφτηκα. Κοίταξα στο ρολόι μου, περασμένες έξι, ώρα για νάνι.
Κοίταξα προς το βάθος του κήπου, μήπως ξαναδώ την φιγούρα του νυκτερινού επισκέπτη. Τίποτα, πήρα τον δρόμο για το κρεβάτι μου.
Καληνύχτα φιλενάδα


