«Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», του Κωστή Παλαμά… ένα διαχρονικό μήνυμα αξιών, μια σκληρή αλήθεια

«Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», του Κωστή Παλαμά… ένα διαχρονικό μήνυμα αξιών, μια σκληρή αλήθεια

Ο “Δωδεκάλογος του Γύφτου” είναι ο καρπός της ανήσυχης στάσης του ποιητή απέναντι στις οικονομικές Εθνικές Κοινωνικές, Πολιτικές και Πνευματικές διαμορφώσεις σε μια κρίσιμη στιγμή της νεότερης ιστορίας μας. Δημοσιεύτηκε σε βιβλίο το 1907 και γράφτηκε στη περίοδο το 1899 μέχρι το 1906. Είναι λοιπόν δημιούργημα μιας επτάχρονης βαριά υπεύθυνης θεώρησης του αντικειμενικού κόσμου όπως εξελίσσονταν στον ελληνικό χώρο ύστερα από το εθνικό κουρέλιασμα του ’97.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ

Ο Παλαμάς εμφανίστηκε σε μια κοινωνικά και πολιτικά κρίσιμη και μεταβατική για τη χώρα μας περίοδο. Ήταν η εποχή του 1880 με 1900. Μετά την απελευθέρωση (1830) η Ελλάδα δεν είχε να παρουσιάσει κύκλους πνευματικών ανθρώπων των γραμμάτων, των τεχνών, της Επιστήμης. Κι αυτό ήταν φυσικό. Η χώρα κείτονταν σε ερείπια. Η λερή φουστανέλα και το τρύπιο τσαρούχι ήξεραν να χειρίζονται το καρυοφύλλι. Την πένα όμως όχι. Σοβαρή παράδοση δεν υπήρχε. Αμορφωσιά και φροντίδα για το αγροτόσπιτο, για τη ζωή, τη δύσκολη, τη ματωμένη από ένα σκληρό οκταετή πόλεμο.

Πόλεις, πνευματικά κέντρα, δεν υπήρχαν. Κι όσες υπήρχαν ήταν μικροσυνοικίες φτωχές και κατεστραμμένες από τον αγώνα της Ανεξαρτησίας. Οι Έλληνες, την εποχή μετά τον πόλεμο, ήταν στην μεγάλη τους πλειοψηφία, αγρότες. Η παιδεία ανύπαρκτη. Μέσα από ένα τέτοιο υλικό δεν ήταν δυνατόν, από τη μια μέρα στην άλλη, να ξεπεταχτούν πνευματικοί άνθρωποι, επιστήμονες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες, ποιητές. Αλλά κι ένα άλλο ακόμη. Η παιδεία, από την πλευρά της Πολιτείας, από την πρώτη στιγμή, πήρε στραβό δρόμο. Μια αχτύπητη εκδήλωση: Η καθιέρωση της καθαρεύουσας, μιας άγνωστης γλώσσας κι ανέκφραστης. Και μαζί μ’ αυτά μια πληγή αγιάτρευτη: Οι λόγιοι απ’ το Φανάρι, αυτοί που κουβάλησαν μαζί τους, απ’ την Ευρώπη, την καθαρεύουσα και τον ρομαντισμό.

Αλλά τα πράγματα άρχισαν να ανατρέπονται με τον καιρό. Πρώτα-πρώτα ο Όθωνας, ύστερα από δυο επαναστάσεις, ανατράπηκε. Τον ανέτρεψε το καράβι, -το “ατμόπλοιο”, αυτός ο “πύραυλος”, το “διαστημόπλοιο” της εποχής του,- τον ανέτρεψε το εμπόριο, οι πρώτοι συγκροτημένοι πυρήνες, της Αστικής Τάξης, που εμφανίστηκαν. Η οικονομική ζωή επιβάλλει τους όρους της στην πολιτική ζωή και στην τέχνη.

Η αλλαγή του βασιλιά, ο θάνατος του ρομαντισμού, πειθαρχούσαν σε κάποιο βαθύτερο λόγο. Οι οικονομολόγοι της εποχής αρχίζουν να ψελλίζουν τον όρο “Βιομηχανία” και μιλούνε για ανάπτυξη των εξαγωγών. Μια καινούργια κοινωνική τάξη διαμορφώνεται. Είναι η τάξη των αστών και των μικροαστών. Οι σύνδεσμοί μας με τις πρωτεύουσες της Δύσης, το Παρίσι, το Λονδίνο πληθαίνουν. Έπαψε το Μόναχο να μας στέλνει τα φώτα του. Η όψη της Αθήνας αλλάζει σιγά-σιγά. Δεν είναι περιορισμένη στη Πλάκα. Εκτός από την Ερμαϊκή οδό υπάρχει και η οδός Σταδίου και η οδός Πατησίων. Εισάγονται νέα ήθη και στην κοσμική και στην πολιτική ζωή. Η φουστανέλα ανήκει στην ιστορία. Σε λίγο η θέση της θα είναι στο Μουσείο. Η ζωή αποκτά σφρίγος και η καλοζωία, το θέατρο, το ύπαιθρο έλκουν τον κόσμο. Ο αστικός τρόπος ζωής επηρεάζει μεγαλύτερα στρώματα του λαού... Κάποιοι από τη μικρή αυτή αστική κοινωνία του 1874 και του 1884 προτιμούν το Ζολά παρά το Σούτσο και το Ζαλοκώστα, γιατί ο Ζολά αποτελούσε έκφραση της εποχής του, ενώ ο Σούτσος και ο Ζαλοκώστας ήταν αντίπαλοι ενός πιο παλιού και πιο διαφορετικού κοινωνικού περιβάλλοντος. Ο Ζολά άλλωστε κομίζει νέες ιδέες και εισάγει παντού, όπου μεταφραστεί, νέες αξίες κοινωνικές και αισθητικές. Ο ευρωπαϊκός νατουραλισμός και ρεαλισμός ικανοποιούν πλησιέστερα τους κοινωνικούς ερεθισμούς του ανθρώπου των τελευταίων 25 χρόνων του 19ου αιώνα. Αναζητά τους ήρωες του στα χωράφια, στα εργοστάσια, στα αστικά καταστήματα, αναπλάθει τον κόσμο της ταβέρνας, του δρόμου, της δουλειάς, ανασκάπτεται ο βούρκος της κοινωνικής αθλιότητας. Είναι μια διαμαρτυρία που βρίσκει εύκολα απήχηση... Στο ελληνικό χωριό η παλιά πατριαρχική κοινότητα παραχωρούσε τη θέση της στο μικροαστικό χαρακτήρα της χωριάτικης ζωής. Αυτό το φαινόμενο, πλαισιωμένο με την προσάρτηση στην Ελλάδα των Επτά νησιών και της Θεσσαλίας, την αναζωογόνηση της Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου, με την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του διεθνούς εμπορίου, είναι απ’ τις πηγές της ελληνικής ζωτικότητας του 1880. Το ελληνικό κεφάλαιο είχε βάσεις στη Ρωσία, στην Αίγυπτο και στη Μέση Ανατολή, ακόμα και στην Αγγλία, και η δύναμή του τελικά διοχετευόταν στην ιδιαίτερη του πατρίδα.

Ήδη από το 1874 αρχίζει ποια χαλάρωση στην άκρατο ρομαντική έξαρση. Το πρώτο σφρίγος διαδέχεται ατονία το οποίο βαίνει κορυφωμένη. Ο κόσμος βάρυνε πλέον την πλαδαρά κενολογία, ορέγεται θετικότερα. Πάντα αυτά είναι πρόδρομος επικείμενης μεταβολής. Και όσο προχωράει ο καιρός τόσο η μεταβολή των πραγμάτων καθίσταται αυστηρότερα. Η κοινωνία μετασχηματίζεται, αναφαίνονται στις νέες συνήθειες, νέες ανάγκες, νέες ορέξεις.

Πολύ παραστατικά μας περιγράφει την εποχή εκείνη ο Παλαμάς: “ Ήταν η πιο άμοιρη και η πιο αδειανή εποχή για τη Μούσα. Ο Σολωμός ήταν ένα όνομα. Μήτε διάβαζαν, μήτε ένιωθαν. Φτάνανε μόνο οι δυο στροφές του ‘‘Ύμνου εις Ελευθερίαν’’ και το τραγούδι της ‘‘Φανερωμένης’’... Ο Κάλβος ανυπόφορος, ο Ιούλιος Τυπάλδος βάναυσος στιχουργός, ανάξιος να διαβάζεται. Ο Μαρκοράς; Δεν είδαμε τον άνθρωπο. Ο Πολυλάς; Αγράμματος που του ήρθε μανία να χαλάσει τον Όμηρο. Ο Τερτσέτης; Χυδαϊστής... Αμ’ ο Βαλαωρίτης; Τραγουδιστής των αρματολών. Ανέχεται κανείς τη γλώσσα του, γιατί είναι σύμφωνη με τον καιρό που ζωγραφίζει, με τα παλικάρια, που τραγουδεί... Σ’ αυτό το μεταξύ ο δασκαλισμός γερά κατάτρεχε τον ποιητή του ‘‘Διάκου’’. Όσο για τα δημοτικά τραγούδια, έδειχναν προς εκείνον ένα σα συμφωνημένο, ένα ψεύτικο σεβασμό. Μήτε τα διάβαζαν, μήτε τα συλλογίζονταν πολύ. Δεν υποψιάζονταν οι νέοι ποιητές πως τα δημοτικά τραγούδια δεν είχαν μόνο εθνική και ιστορική αξία, μα πως αξίζανε πρώτα και απ’ όλα για πρότυπα καλλιτεχνικά, και για πηγή και για πρώτη τροφή της νέας ελληνικής τέχνης της ποιητικής... Όσο για τους ζωντανούς της εποχής εκείνης μουσοπώλους που ακούγονταν στην ποιητική Αθήνα, σχεδόν όλοι κοιτάζανε ν’ αντιγράψουνε, ποιος πιστότερα, ποιος αδεξιότερα, λίγο Παράσχο, λίγο Παπαρηγόπουλο, λίγο Βασιλειάδη”. Το 1888 βγαίνει στο Παρίσι το ‘‘Ταξίδι’’ του Ψυχάρη, μια επανάσταση για τη γλώσσα, δυναμίτης ξεχαρβαλωμένο κτίριο της καθαρεύουσας του λογιοτατισμού.

Την ίδια εποχή ο Παλαμάς παρουσιάζει τα ‘‘Τραγούδια της Πατρίδος μου’’: “... μία πλέον γλώσσα, η δημοτική και με ποικιλότερα θέματα, πλατύτερα τα περιεχόμενα, βλέψεις και κλίσεις υποσημαινόμενες μια φυσιογνωμία εντονότερη...”

Διαβάστε όλο το άρθρο ΕΔΩ 



Εγγραφή στο Newsletter μας

Please enable the javascript to submit this form

© 2004 - 2024 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35