Κουβέντα στην «αυλή» με την συγγραφέα Νίκη Γκίζη, με αφορμή την έκδοση του βιβλίο της «Οι εξόριστοι του Κιέβου», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη.

Τι σας έχει λείψει από τα παιδικά σας χρόνια;
Μεγάλωσα σε ένα μονοθέσιο σχολείο σε ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Ο παππούς μου ήταν ο δάσκαλος του σχολείου επί τριάντα πέντε χρόνια. Εκεί μπουσούλησα, περπάτησα, έκλαψα, γέλασα, έπαιξα, έκανα τις πρώτες μου φιλίες με τα παιδιά. Αυτό που μου λείπει περισσότερο όμως, είναι η μυρωδιά των βιβλίων και της μελάνης όταν έμπαινα στο γραφείο του παππού. Μια μυρωδιά που ακόμα κουβαλάω γεμάτη ιστορίες, γνώση, αλλά και μια αίσθηση οικειότητας. Η αίσθηση του να κρατώ ένα βιβλίο στα χέρια μου, να το ξεφυλλίζω, να διαβάζω τις σημειώσεις που κρατούσε ο παππούς στο πλάι ήταν το έναυσμα που ξεκίνησε η αγάπη μου για τις λέξεις και τις ιστορίες.
Θυμάστε αν υπήρξε στη σκέψη σας ως παιδί, η ιδέα ν’ ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Η αλήθεια είναι ότι ως παιδί δεν είχα σκεφτεί τη συγγραφή ως δική μου ενασχόληση. Θεωρούσα ότι είναι κάτι αδύνατο να το καταφέρω γιατί οι συγγραφείς ήταν πρόσωπα θεϊκά στο μυαλό μου.Οι ιστορίες που έγραφαν με ταξίδευαν, με έκαναν να νιώθω, να σκέφτομαι, να βλέπω τον κόσμο αλλιώς. Οι λέξεις τους είχαν δύναμη, σχεδόν μαγική. Τους φανταζόμουν απόμακρους, σοφούς, γεμάτους γνώση, έμοιαζαν άφταστοι στα παιδικά μου μάτια.Αλλά είναι όμορφο το πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις μας με τον καιρό. Ήρθαν έτσι τα πράγματα που από θαυμαστής βιβλίων έγινες δημιουργός τους.
Η αισιοδοξία, υπάρχει στο λεξικό της ζωής σας;
Αισιοδοξία, μια λέξη που για εμένα είναι ένας δυνατός πυλώνας ζωής δεν θα μπορούσε να μην έχει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή μου. Η αισιοδοξία δίνει δύναμη να προχωράς μπροστά. Αισιοδοξία και υγεία, σωματική και ψυχική, ως θεμέλιο της αισιοδοξίας. Αυτές οι δυο λέξεις καθορίζουν τη σκέψη μου, τις πράξεις μου, τη συμπεριφορά μου. Με αυτές τις δυο λέξεις πορεύομαι.
Τι περιλαμβάνει η καθημερινότητά σας;
Η καθημερινότητα μου περιλαμβάνει αγαπημένες συνήθειες, όπως διάβασμα, συγγραφή, ωραίες συζητήσεις με φίλες και φίλους, οικογενειακές ενασχολήσεις, περπάτημα στην παραλία της Θεσσαλονίκης με την σκυλίτσα μου, την Μπαλού.
Σε ποιο στάδιο πιστεύετε ότι βρίσκεται η σχέση του Έλληνας με το βιβλίο;
Η σχέση του Έλληνα με το βιβλίο είναι ζωντανή, αλλά όχι τόσο ισχυρή όσο θα θέλαμε. Παρά την πρόοδο, χρειάζεται περισσότερη ενίσχυση της φιλαναγνωσίας από μικρή ηλικία. Η έλλειψη χρόνου, τα χαμηλά ποσοστά ανάγνωσης, ο ανταγωνισμός με άλλες μορφές ψυχαγωγίας, η τεχνολογία δεν βοηθούν στις μέρες μας. Ευτυχώς που υπάρχουν οι λέσχες ανάγνωσης και οι βιβλιοφιλικές κοινότητες, τα φεστιβάλ, οι εκδηλώσεις και η ψηφιακή πρόσβαση που προωθούν το βιβλίο, είτε δια ζώσης, είτε online.
Τι στάθηκε αφορμή για να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Όπως λέω και στο βιβλίο μου, Οι εξόριστοι του Κιέβου, αφηγούμαι την ιστορία των Ρώς ξεκινώντας από το πρώτο «Ρωσικό Χρονικό του Νέστορα» για να κρατήσω στη μνήμη μια πτυχή της Ιστορίας, που δεν θα βρει ποτέ τη θέση της στα σχολικά θρανία. Οι άνθρωποι είναι τόσο απασχολημένοι με την καθημερινή τους επιβίωση που, άθελά τους, δίνουν ευκαιρία σε γυπαετούς να γράφουν Ιστορία. Και καθώς η ιστορία είναι γεμάτη από πληροφορίες και γνώσεις που δεν έχουν κληρονομική υπόσταση, οι άνθρωποι καταδικάζονται να ζήσουν τα γεγονότα πάλι από την αρχή. Ως άνθρωπος, λατρεύω το μέλλον γι’ αυτό διαβάζω το παρελθόν. Το παρελθόν έχει χτύπους έντονους, εύγλωττους, καλπάζει, μαστιγώνει τη σιωπή του παρόντος, ξανοίγει το διάφανο σκοτάδι του μέλλοντος. Νιώθω πως μια φτυαριά, φτάνει να ξεριζώσει μια άρρωστη βελανιδιά και να φέρει πλούσια ανθοφορία στις υπόλοιπες γύρω μου. Ο πόλεμος μεταξύ Ρωσία και Ουκρανίας -και γενικά ο κάθε πόλεμος στη σημερινή εποχή- δεν μπορεί να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Ένιωσα ότι είχα την υποχρέωση να φωτίσω όχι μόνο την καταστροφή του πολέμου, αλλά και τις προσωπικές ιστορίες, τις ψυχικές πληγές και τις αναγεννητικές δυνάμεις που προκύπτουν από τέτοιες συνθήκες.
Ο κάθε ήρωας των βιβλίων σας, «προδίδει» μικρά ή μεγάλα μυστικά του εαυτού σας;
Η συγγραφή ενός βιβλίου μου είναι μια πράξη κυκλική. Είναι ο κύκλος της εσωτερικής καταβύθισης και της ανάδυσης που δίνει βάθος και αυθεντικότητα στους ήρωές μου. Μέσα από αυτούς, καμμιά φορά ανακαλύπτω κι εγώ η ίδια κομμάτια του εαυτού μου που ούτε εγώ δεν ήξερα ότι υπάρχουν. Αλλά δεν συμβαίνει πάντα. Πολλές φορές είναι φανταστικοί ήρωες που τους φέρνει στην επιφάνεια η αρρωστημένη συνήθεια του συγγραφέα να ακούει, να βλέπει, να παρατηρεί, να επεξεργάζεται.
Είναι εύκολο να μας εκθέσετε τα συναισθήματα που νιώσατε τελειώνοντας αυτό σας το έργο;
Μια γλυκιά αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης σε κατακλύζει όταν ολοκληρώνεις κάτι που έχεις δημιουργήσει. Είναι σαν να αποχαιρετάς έναν φίλο, αλλά με την ηρεμία ότι το έργο έχει βρει τον δρόμο του. Το αποχαιρετάς και το παραδίδεις στους αναγνώστες του όπως κατευοδώνεις το παιδί σου.
Τι θα λέγατε σ’ έναν αναγνώστη ώστε να τον προτρέψετε να διαβάσει το βιβλίο σας;
Πρώτα από όλα θα του έλεγα ότι το βιβλίο είναι γραμμένο με απέραντη αγάπη και σεβασμό προς τον άνθρωπο. Θα του έλεγα ότι είναι μια πρόσκληση να ταξιδέψει σε έναν κόσμο γεμάτο συναισθήματα, ιστορίες και ανατροπές που καθρεφτίζουν και τον ίδιο τον εαυτό του. Μέσα από κάθε σελίδα, μπορεί να βρει κομμάτια του εαυτού του, να ανακαλύψει πτυχές του κόσμου που δεν είχε σκεφτεί. Είναι μια εμπειρία που σε κρατά κοντά, που δεν τελειώνει με το τελευταίο κεφάλαιο -αντιθέτως, συνεχίζει να σε συνοδεύει, να σε προβληματίζει, να σε εμπνέει. Ένα βιβλίο που σε αφήνει με την αίσθηση ότι ίσως, τελικά, δεν υπάρχουν μόνο ήρωες στις ιστορίες, αλλά εμείς οι ίδιοι είμαστε οι ήρωες της ζωής.
Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τα επόμενα σχέδια σας;
Δεν κάνω σχέδια μακροπρόθεσμα. Αλλά θα μπορούσα να πω ότι πάντα τελειώνοντας το ένα βιβλίο ήδη υπάρχει μέσα μου το σπέρμα για το επόμενο. Δεν μου είναι εύκολο να απαλλαγώ από το μικρόβιο της συγγραφής. Είναι η κινητήρια δύναμη που με ωθεί πάντα να προχωρώ παρακάτω, να αναζητώ νέες ιστορίες και νέες προκλήσεις. Μοιάζει σαν ένας αέναος κύκλος δημιουργίας. Και τον λατρεύω.

Η Νίκη Γκίζη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών στην ιδιωτική εκπαίδευση. Σπούδασε παράλληλα Πολιτισμολόγος στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του ΕΑΠ. Είναι απόφοιτος Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Διιδρυματικό Πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Διδάσκουσα Δημιουργικής Γραφής Πεζογραφίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Μέλος Επιτροπής Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Ταυτόχρονα με τη διδασκαλία έχει ασχοληθεί με εργαστήρια γραφής σε μαθητές, φοιτητές και ενηλίκους. Η αγάπη της για την ιστορία και την έρευνα την οδήγησε στη συγγραφή και τη μετάφραση έργων στα Αγγλικά.
Μέλος της ΕΛΒΕ (Εταιρεία Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος). Έργα της όπως «Ο Πρόσφυγας» (2017), “tabula rasa” (2018), «…για να επιβιώσω», (2022), «Ο χρόνος περνά και χάνεται», (2023, συλλογικό, εκδ. Παρέμβαση), «Για έναν πλάνη σαλό», (2023 ΈΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΑΙΓΑΙΟΥ), Σοκολάτα Φλόκα, (2023, ΦΟΘ), Ο μικρός κιθαριστής, (2024 ΤΡΙΕ.ΝΑ), Ο μύθος και ο Λόγος, 2024, δοκίμιο, ΕΛΒΕ) έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
Το ιστορικό μυθιστόρημα, «Μόρια, Παμμήτωρ γη», (2020), Εκδόσεις Γκοβόστη, τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό που διοργανώθηκε από το «Πολιτιστικό Σωματείο Culture 4All – Πολιτισμός για όλους», και από την «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών».
«Η Καμπύλη της Καμπάνας», Εκδ. Γκοβόστη, (2022)
«Οι εξόριστοι του Κιέβου», Εκδ. Γκοβόστη, (2024)
Παύλος Ανδριάς για τον aylogyros news


