Κουβέντα στην «αυλή» με τον σκηνοθέτη της μικρού μήκους ταινίας «Κυριαρχία – Όταν η σιωπή διατάζει», Στυλιανό Καζιτόρη

Τι σας έκανε να δημιουργήσετε αυτή τη μικρού μήκους ταινία;
Η αφορμή για να δημιουργήσω τη μικρού μήκους ταινία μου ήταν το φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους στο Αμόνι Κορινθίας, όπου είχα την τύχη να παρακολουθήσω βραβευμένες ταινίες από το φεστιβάλ της Δράμας. Εκεί ένιωσα για πρώτη φορά τη δύναμη του κινηματογράφου μέσα σε λίγα μόνο λεπτά. Είχα επίσης τη χαρά να γνωρίσω τον κ. Νίκο Βουτενιώτη, έναν άνθρωπο που αγαπά βαθιά το σινεμά και τον πολιτισμό, και ο οποίος με ενέπνευσε πολύ. Το φεστιβάλ δεν ήταν απλώς προβολές· ήταν και μια ευκαιρία για αληθινές συζητήσεις. Φέρναμε σκηνοθέτες και ηθοποιούς και μιλούσαμε μαζί τους, ανταλλάσσαμε απόψεις. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τις συνομιλίες μας με τον Δημήτρη Κατσιμίρη – ήταν πολύτιμες, ανθρώπινες και με βοήθησαν να δω τον κινηματογράφο ως κάτι ζωντανό και προσιτό. Από τότε, στην εφηβεία μου, άρχισα μόνος μου να εξερευνώ τον κόσμο της εικόνας μέσα από προγράμματα όπως το Photoshop και το Premiere Pro. Ήταν ο δικός μου τρόπος να ανακαλύψω τη μαγεία της δημιουργίας, του μοντάζ και της αφήγησης.
Σε ποια κατηγορία θα την εντάσσατε;
Θα την ενέτασσα στην κατηγορία του δράματος με έντονα στοιχεία ρεαλισμού. Η αφήγηση και η ατμόσφαιρα βασίζονται σε αληθινές ανθρώπινες καταστάσεις, χωρίς υπερβολές ή δραματοποιήσεις. Παράλληλα, υπάρχει μια ελάχιστη δόση χιούμορ ή "κομμωδίας", όχι για να ελαφρύνει το βάρος, αλλά για να αναδείξει ακόμα περισσότερο την αλήθεια των χαρακτήρων και των στιγμών τους.
Δώστε μας το στίγμα αυτής της ταινίας και το πλαίσιο δράσης της.
Η ταινία αντλεί έμπνευση από τη σκηνή της πρώτης εμφάνισης του Λάκη και του Πόντζο στον Περιμένοντας τον Γκοντό, αλλά προχωρά σε μια εσκεμμένη ανατροπή: ο Λάκης δεν είναι άντρας, αλλά γυναίκα. Η επιλογή αυτή δεν έγινε τυχαία. Ήθελα να αναδείξω πιο έντονα και άμεσα τη διάσταση της εκμετάλλευσης, της υποταγής και της σεξουαλικής βίας που βιώνουν συχνά οι γυναίκες σε σχέσεις εξουσίας. Ο Πόντζο εδώ δεν είναι απλώς ένας κυρίαρχος — είναι ένας άντρας που βλέπει τη γυναίκα σαν ιδιοκτησία του, σαν σώμα για χρήση και επίδειξη. Η Λάκη γίνεται το σύμβολο μιας γυναικείας φιγούρας που βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στην υπακοή και την άρνηση, χωρίς πραγματική φωνή. Η δυναμική ανάμεσά τους μοιάζει με σιωπηλή βία, με μια σκηνή παγιδευμένη στο "δεν αλλάζει τίποτα" — όπως ακριβώς στον Μπέκετ.
Ποιο στοιχείο κατά τη γνώμη σας είναι εκείνο που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή;
Πιστεύω ότι το πρώτο στοιχείο που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή είναι η κινησιολογία — ο τρόπος με τον οποίο κινούνται οι χαρακτήρες και αλληλεπιδρούν μέσα στον χώρο. Έχω δώσει έμφαση στο σώμα, στη σιωπηλή ένταση, εκεί όπου τα λόγια δεν αρκούν. Ταυτόχρονα, η μεταφορά της σκηνής από τον Γκοντό στο σήμερα προσθέτει μια επίκαιρη διάσταση, που κάνει τον θεατή να νιώσει ότι αυτό που βλέπει μπορεί να συμβαίνει δίπλα του. Το πιο δυνατό όμως στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, είναι η θεματική: η παθητική θέση στην οποία βρίσκονται πολλές γυναίκες σήμερα — εγκλωβισμένες σε σχέσεις εξουσίας, εξάρτησης και φόβου. Γυναίκες που έχουν γίνει "υπηρέτριες" ενός άντρα, σωματικά και συναισθηματικά, και που δεν βρίσκουν τον χώρο ή τη δύναμη να αντιδράσουν. Η σιωπή τους είναι βουβή βία. Όλα αυτά συνδέονται και ενισχύονται από τη μουσική της ταινίας — ένα ιδιαίτερο cover από την Τερέζα Καζιτόρη, που ντύνει συναισθηματικά την εικόνα με ευαισθησία, βάθος και σύγχρονη ατμόσφαιρα. Η μουσική λειτουργεί σαν υποδόριος σχολιασμός και δημιουργεί έναν ακόμη ισχυρό δεσμό με τον θεατή.
Μιλήστε μας λίγο για τα γυρίσματα αυτής της ταινίας... αλλά και για τους συντελεστές της.
Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν σε μια σχετικά περιορισμένη αλλά πολύ προσεγμένη τοποθεσία, όπου η ατμόσφαιρα και το σκηνικό υποστήριξαν άψογα το ύφος και το μήνυμα της ιστορίας. Η οργάνωση ήταν άρτια και η συνεργασία ανάμεσα σε όλους τους συντελεστές εξαιρετική, κάτι που φάνηκε στην ποιότητα της τελικής δουλειάς. Όσον αφορά τους ηθοποιούς, η Μαρία Βορδάκη και ο Μάνος Βαζαίος είναι νέοι στο χώρο, όμως διακρίνονται για την ιδιαίτερη ευαισθησία και τη φυσικότητα με την οποία ενσαρκώνουν τους ρόλους τους. Ο τρόπος που αποτυπώνουν τους χαρακτήρες τους είναι εκλεκτισμένος και διακριτικός, χωρίς υπερβολές ή τεχνητές εκφράσεις, γεγονός που προσδίδει στην ταινία μια γνήσια αίσθηση ρεαλισμού και βάθους. Η ερμηνεία τους συμβάλλει σημαντικά στη ζωντάνια και την πειστικότητα του έργου.

Που θα προβληθεί η «Κυριαρχία – Όταν η σιωπή διατάζει»;
Η ταινία «Κυριαρχία – Όταν η σιωπή διατάζει» αναμένεται να προβληθεί σε πολλά και διαφορετικά φεστιβάλ, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Η πορεία της στα φεστιβάλ είναι σημαντική για την ανάδειξη του θέματος και της καλλιτεχνικής της προσέγγισης, καθώς θα έχει την ευκαιρία να φτάσει σε ευρύτερο κοινό και να συζητηθεί σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια. Αυτές οι συμμετοχές σε φεστιβάλ ανοίγουν δρόμους για διάλογο γύρω από τα μηνύματα της ταινίας και δίνουν τη δυνατότητα στους συντελεστές να γνωρίσουν και να συνεργαστούν με δημιουργούς από όλο τον κόσμο.
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Τα επόμενά μου σχέδια είναι να ανέβω πιο ψηλά σε επαγγελματικό επίπεδο, ειδικά ως χειριστής κάμερας, μοντέρ και γραφίστας. Θέλω να εξελίξω τις δεξιότητές μου σε αυτούς τους τομείς και να συμμετέχω σε ακόμα πιο απαιτητικά και ποιοτικά projects. Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, η έμπνευση μου έρχεται από τα καθημερινά γεγονότα και τις μικρές στιγμές της ζωής. Κάθε ιδέα που με αγγίζει πραγματικά, που έχει βάθος και σημασία, είναι αυτή που τελικά κερδίζει και γίνεται ταινία. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθώ να δημιουργώ έργα με ουσία και αλήθεια, που να μιλούν στον θεατή.
Για τον ΑΥΛΟΓΥΡΟ και τον Παύλο Ανδριά


