Κουβέντα στην «αυλή» με την συγγραφέα Κλαίρη Θεοδώρου, με αφορμή την έκδοση του βιβλίο της «Σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο και πως επιλέξατε αυτόν τον τίτλο;
Η έμπνευση για το «Σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου» ήρθε –ως συνήθως– αναπάντεχα, μέσα στη σιωπή των ημερών της πανδημίας. Παρακολουθούσα μανιωδώς εκείνη την εποχή την αμερικανική εκπομπή Storage Wars, όπου αποθήκες, των οποίων το κόμιστρο δεν έχει πληρωθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, βγαίνουν σε δημοπρασία. Κοιτάζοντας τα απίθανα πραγματικά πράγματα που έχουν βρεθεί ανά διαστήματα στο εσωτερικό τους, γεννήθηκε μέσα μου μια εικόνα που δεν με άφηνε σε ησυχία: δώδεκα μαύρες βαλίτσες, γεμάτες θάνατο και μυστήριο. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Σκηνή τη σκηνή, χαρακτήρα τον χαρακτήρα, η ιστορία άρχισε να ξεδιπλώνεται σχεδόν από μόνη της. Όσον αφορά τον τίτλο, «Σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου», μόνο μεταφορικός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Αντιθέτως, είναι απολύτως κυριολεκτικός. Γιατί κάποιοι, χωρίς μάλιστα να το γνωρίζουν, σκοτώνουν εκείνους που αγαπούν περισσότερο στον κόσμο. Και σε αυτό το σκοτεινό παράδοξο βασίζεται όλη η αφήγηση.
Τι «κρύβει» μέσα στις σελίδες του;
Μέσα στις σελίδες του «Σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου» κρύβεται μια ιστορία σκοτεινή, πολυεπίπεδη και βαθιά ανθρώπινη. Μια σειρά από εγκλήματα που επιφανειακά, μοιάζουν αδιανόητα: άνθρωποι σκοτώνουν εκείνους που αγαπούν περισσότερο, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Καθώς όμως ξετυλίγεται η πλοκή, αποκαλύπτεται ότι οι δολοφόνοι δεν είναι παρά πιόνια σε ένα καλά ενορχηστρωμένο παιχνίδι ψυχολογικού ελέγχου και χειραγώγησης. Το βιβλίο δεν είναι απλώς μια αστυνομική ιστορία· είναι ένα ψυχογράφημα που εξερευνά τα όρια της αγάπης, της μνήμης, της ενοχής και της επιβίωσης. Αγγίζει ζητήματα έμφυλης βίας, οικογενειακής παθογένειας, ψυχολογικών τραυμάτων και υπαρξιακής απώλειας. Είναι ένα αφήγημα για το πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η ανθρώπινη ταυτότητα όταν κάποιος χάνει τον έλεγχο και για το πώς ο φόβος είναι ίσως το πιο δυνατό συναίσθημα που μπορεί να βιώσει κανείς.
Μιλήστε μας λίγο για τους ήρωες του βιβλίου σας. Τι τους χαρακτηρίζει και πως βοηθούν στη ροή της ιστορίας;
Θα σας μιλήσω για το πρωταγωνιστικό δίδυμο του βιβλίου που γνωρίσαμε ήδη από το «Εκείνος και Εκείνη», τον Ρούπερτ Κίλερ και την Ντανιέλα Τσο που τους συναντάμε εδώ σε νέα υπόθεση. Ο Ρούπερτ Κίλερ είναι ο επικεφαλής επιθεωρητής στο τμήμα ανθρωποκτονιών της αστυνομίας του Μονάχου· παράλληλα όμως είναι και ένας άνθρωπος που δίνει καθημερινά διπλό αγώνα: απέναντι στο έγκλημα και απέναντι στα όρια του ίδιου του του εαυτού. Η απώλεια της βραχυπρόθεσμης μνήμης θα μπορούσε θεωρητικά να τον «παροπλίσει», αλλά εκείνος την αντιμετωπίζει με πείσμα, εφευρετικότητα και αυστηρούς μηχανισμούς αυτοδιαχείρισης: τεχνολογία, ρουτίνα, παρατηρητικότητα. Παρά τις ρωγμές του, παραμένει λειτουργικός και αναπάντεχα αποδοτικός. Δίπλα του βρίσκεται η Ντανιέλα Τσο· ψύχραιμη, τολμηρή και βαθιά οξυδερκής, λειτουργεί σαν σταθερό αντίβαρο και σημείο αναφοράς. Μαζί, αποδεικνύουν ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς αλάνθαστος για να πετύχει. Αρκεί να μην το βάζει κάτω, να σηκώνεται και να προχωράει, ακόμα κι όταν όλα γύρω του καταρρέουν.
Υπήρξαν στιγμές που αισθανθήκατε την ανάσα των ηρώων, να σας «μπλοκάρει» την πλοκή, πυροδοτώντας σας να ξαναγράψετε ξανά κάποιες σκηνές;
Όχι, δεν με «μπλοκάρουν» ποτέ οι ήρωές μου. Ίσως γιατί έχω συνηθίσει να τους «ακούω» και να τους σέβομαι, προχωράμε λοιπόν πάντα μαζί, βήμα βήμα. Κάποιες φορές μάλιστα, τους επιτρέπω να πάρουν τα ηνία και να οδηγήσουν την ιστορία μου σε δρόμους που δεν είχα φανταστεί εξαρχής. Κι αυτή είναι ίσως η μαγεία της συγγραφής: η στιγμή που ο συγγραφέας γίνεται ο πρώτος αναγνώστης.
Η αγάπη οπλίζει το χέρι ενός δολοφόνου ή τυφλωμένος από αυτή αδυνατεί να διαχειριστεί τα πάθη και τις εμμονές του;
Η αληθινή αγάπη δεν σκοτώνει. Είναι το πάθος που καταντάει εμμονή αυτό που κάποιοι ονομάζουν λανθασμένα αγάπη κι ας πρόκειται για ένα εντελώς καταστροφικό και νοσηρό συναίσθημα στην ουσία. Ένα συναίσθημα που γίνεται έλεγχος, φόβος ή ανάγκη επιβολής. Εκεί στάθηκα κι εγώ: στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πραγματική αγάπη και την επίφαση αυτής, την παρερμηνεία της. Διότι αυτά που πονάνε, είναι τα όσα κάνουν οι άνθρωποι στο δήθεν όνομά της.
Είναι εύκολο να μας εκθέσετε τα συναισθήματα που νιώσατε τελειώνοντας αυτό σας το έργο;
Συγκίνηση, ανακούφιση, και μια αίσθηση απώλειας. Διότι όταν κλείνει μια ιστορία, αποχαιρετάς κι εσύ τους ήρωες που έζησαν μαζί σου για μήνες. Είναι σαν να αφήνεις πίσω ένα κομμάτι του εαυτού σου. Παράλληλα όμως ανάβει μέσα σου και μια σπίθα περηφάνειας που κατάφερες να γράψεις και αυτήν την ιστορία όπως την είχες οραματιστεί.
Τι μήνυμα θα στέλνατε στους αναγνώστες για να διαβάσουν το «Σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου»;
Δεν πιστεύω στα «μηνύματα» που στέλνονται με μονοδιάστατο τρόπο. Ένα βιβλίο δεν είναι διακήρυξη, είναι καθρέφτης και κάθε αναγνώστης βλέπει κομμάτια του εαυτού του μέσα σ’ αυτό. Ό,τι κι αν πω εγώ, δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτό που θα νιώσει εκείνος που θα το διαβάσει. Άλλος θα σταθεί στη δράση και στην αγωνία, άλλος στο ψυχογράφημα, κάποιοι στις ανατροπές και άλλοι στον γρίφο και στο παιχνίδι του μυαλού. Αν λοιπόν αξίζει κάτι στο κάθε βιβλίο, αυτό είναι να του δώσετε τον χρόνο και τον χώρο να σας μιλήσει. Γιατί, καμιά φορά, δεν ψάχνουμε απαντήσεις· απλώς δεν θέλουμε να είμαστε μόνοι με τα ερωτήματά μας.
Για τον Παύλο Ανδριά και τον aylogyros news


