Κουβέντα στην «αυλή» μας, συντροφιά με τον ηθοποιό Γρηγόρη Σερμπή έχοντας ως αφορμή τη συμμετοχή του στην παράσταση «Τίτος Ανδρόνικος» σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Εμμανουήλ Γ. Μαύρου στο Θέατρο ΔΡΟΜΟΣ

Ξεκινώντας την κουβέντα μας, θα ήθελα να πάμε μερικά χρόνια πίσω και να σας ρωτήσω, τι ήταν αυτό που σας ώθησε ν’ ασχοληθείτε με την υποκριτική;
Αρχικά, η παρέα μου στο Πανεπιστήμιο. Ξεκίνησα δηλαδή ως ερασιτέχνης ηθοποιός συμμετέχοντας σε θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου Κρήτης αλλά και σε έναν τοπικό θίασο της πόλης του Ρεθύμνου. Ήταν μία εξόχως δημιουργική περίοδος όπου ανοίγονταν μπροστά μας δυνατότητες για ουσιαστική γνωριμία και τριβή – εκτός από το πεδίο των σπουδών μας – και με τις τέχνες συνολικότερα. Κυρίως τον κινηματογράφο βέβαια, αλλά και το θέατρο, τη μουσική τη ζωγραφική κλπ. Όλα αυτά βέβαια με μια «τρέλα», έναν ενθουσιασμό και μια «ροκ αισθητική», ας μου επιτραπεί να πω, σε απόλυτη συμφωνία με την ζωή που κάναμε εκείνες τις μέρες. Αργότερα, επιστρέφοντας στην γενέτειρά μου, την Αθήνα, ο αρχικός μου «ενθουσιασμός» αναζωπυρώθηκε. Αντιμετωπίζοντας εργαζόμενος το καίριο ζήτημα της επιβίωσης, αποφάσισα να γίνω επαγγελματίας ηθοποιός. Όπερ και εγένετο. Σπούδασα στην Ανώτερη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στην Ανώτερη Δραματική Σχολή της Δ. Χατούπη, Δήλος.
Τι σας έκανε να συμμετέχετε στην παράσταση «Τίτος Ανδρόνικος» & ποιος είναι ο ρόλος σας σε αυτή;
Πρώτα από όλα ο ίδιος ο Σαίξπηρ. Είναι ο δεύτερος Σαίξπηρ που συμμετέχω, μετά τον βασιλιά Ληρ, κάποια χρόνια πριν, στο θέατρο Βαφείο, με τον αείμνηστο Γιώργο Βούρο, και δεν υπάρχει λόγος να κρύψω την ιδιαίτερη αδυναμία μου σε αυτόν τον δημιουργό. Πρόκειται για έναν τιτάνα του παγκόσμιου θεάτρου, ο οποίος μπορεί ακόμα, τόσους αιώνες μετά - όπως και η αρχαιοελληνική τραγωδία εξάλλου - να μας «μιλάει» με έναν λόγο ζωντανό και κυρίως καίριο. Θα έλεγα γίνεται δραματικά σύγχρονος με την προβληματική του για την εξουσία, την εμμενή της βία, την εναλλαγή των ηγεμόνων και τις αυθαιρεσίες τους. Η εποχή μας, εποχή άκρατης και άμετρης βίας και πολέμων, θλιβερών και γκροτέσκων ηγετίσκων που πλειοδοτούν σε ανοησία στο παζάρι του πολέμου, πλησιάζει επικίνδυνα αν δεν έχει ξεπεράσει σε θηριωδία ακόμα και τα πιο σκοτεινά έργα του Σαίξπηρ. Όπως ο Τίτος Ανδρόνικος στην περίπτωσή μας. Επιπλέον βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την λογική ενός εργαστηρίου που προηγήθηκε της παράστασης. Δόθηκε σε όλους μας η δυνατότητα να δουλέψουμε με διαφορετικούς ρόλους και να βαθύνουμε στην κατανόηση του κειμένου. Ιδιαίτερα καρποφόρα υπήρξε η ενασχόληση μου με την απόδοση του κειμένου της παράστασής μας και η συνεργασία μου στο κομμάτι αυτό με τον σκηνοθέτη της παράστασης Εμμανουήλ Μαύρο. Στην παράστασή μας κρατάω τον ρόλο του Ααρών. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα σκοτεινό χαρακτήρα. Είναι ο «άλλος», ο ξένος, ο διαφορετικός, ο μαύρος. Η εποχή του Σαίξπηρ αντιμετωπίζει του έγχρωμους μάλλον ως βλάκες, ως περιορισμένης διάνοιας ανθρώπους, όταν φυσικά τους θεωρεί ανθρώπους και όχι απλά, κάπως πιο εξελιγμένα ζώα. Με τον Σαίξπηρ γίνεται μια τομή. Ο «μαύρος του» (ο Ααρών) είναι πανέξυπνος. Αλλά θέτει την εξυπνάδα του στην υπηρεσία της καταστροφής. Είναι ραδιούργος. Μηχανορραφεί όλη την ώρα και εν τέλει καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό τους στόχους του. Θα λέγαμε ενσαρκώνει το απόλυτα κακό. Πρόκειται ίσως για ένα πρώτο σχεδίασμα των «κακών» που θα ακολουθήσουν στα μεγάλα αριστουργήματα του. (βλ. Ιάγος στον Οθέλο, Έντμοντ στον Βασιλιά Ληρ κλπ.). Έχει ωστόσο και ο Ααρών την μοναδικότητά του και την πρωτοτυπία του. Η οποία εμφανίζεται τη στιγμή της ανατροπής των σχεδίων του, από ένα απρόβλεπτό και ριζικό γεγονός για τον ίδιο. Αλλά τα υπόλοιπα στην σκηνή του θεάτρου.
Ταυτίζεται η φιλοσοφία της παράστασης με το σήμερα; Ποια στοιχεία κυριαρχούν στην παράσταση;
Έκανα ήδη αναφορά για το ζήτημα της βίας και του πολέμου. Η παράστασή μας θίγει αυτά τα ζητήματα καθώς και τις διαλυτικές τους επιδράσεις πάνω στην κοινωνία. Υπό αυτή την έννοια δεν χαϊδεύει αυτιά και δεν αποσιωπά τη νοσηρότητα και τη βία της δικής μας εποχής. Από την άλλη, υιοθετώντας μια ιδιότυπη γκόθικ αισθητική αλλά διατηρώντας και τη «λαϊκότητα» του Σαιξπηρικού λόγου – δαμάζοντας τρόπον τινά περιγραφικούς, μακροσκελής μονολόγους – κινείται σε όρια που αγγίζουν το γκροτέσκο ή και την παρωδία ακόμα. Πέρα από το ενδιαφέρον αισθητικό αποτέλεσμα, η προσέγγιση αυτή προσφέρει στον θεατή το «δώρο» μιας αναγκαίας απόστασης από τα τεκταινόμενα πάνω στη σκηνή. Πρόκειται για ένα εφιαλτικό παραμύθι και η σκληρότητά του μπορεί να γίνει πραγματικά δυσβάσταχτη. Η «απόσταση» την οποία μόλις προανέφερα μας φέρνει στον μυαλό τον Μπερχτ και την σημασία που απέδιδε σε ένα θέατρο που θα «εκπαιδεύει» το κοινό, που θα το χειραφετεί σπιρουνίζοντας τη σκέψη του και δεν θα το παρωθεί μόνο σε εύκολες συναισθηματικές ταυτίσεις και εκτονώσεις.
Θα μπορούσε αυτή η παράσταση να ήταν μια έκφραση της καθημερινότητάς μας;
Είναι μια έκφραση της καθημερινότητάς μας. Είτε πρόκειται για τη κόλαση που λέγεται Γάζα. Είτε για τα πεδία των μαχών σε όλο τον κόσμο. Είτε για τις φυλακές και τα βασανιστήρια. Είτε για τις γυναικοκτονίες. Είτε για την επανεμφάνιση του φασισμού. Είτε για τη φτώχεια και την αφόρητη μοναξιά στις σύγχρονες μητροπόλεις. Για να απαριθμήσω κάποια μόνο από τα δεινά που μαστίζουν την ανθρωπότητα σήμερα.
Ποιο μήνυμα-κάλεσμα, θα «στέλνατε» σ’ έναν υποψήφιο θεατή ώστε να δει την παράσταση;
Ελάτε να δείτε πρώτα από όλα, Σαίξπηρ. Ειδικότερα, ένα έργο του που δεν παρουσιάζετε συχνά. Σε έναν ζεστό και φιλόξενο χώρο. Από έναν θίασο που έχει δουλέψει με σεβασμό και συνέπεια ως προς το κείμενο.
Θα σας δούμε και κάπου αλλού φέτος; Ποια είναι τα «άμεσα» σχέδιά σας;
Πιστεύω ότι θα κάνω μια εμφάνιση σε ένα έργο της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Αλλά δεν θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό με λεπτομέρειες ακόμα.
Ποια είναι η αγαπημένη σας ατάκα μέσα στο έργο;
Πάρα πολλές…από τον Ααρών ας πούμε αυτή: «…ένας πιστός κρατά τους όρκους που δίνει σε εικόνες και σε ξόανα που περνά για αληθινά…»

Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση, πατήστε ΕΔΩ
Παύλος Ανδριάς για τον aylogyros news


